ἀάατος

ἀάατος
Meaning: Unknown. In νῠν μοι ὄμοσσον ἀ. Στυγὸς ὕδωρ Ξ 271 (`inviolable'?), ἄεθλος ἀ. φ 91, χ 5 (`infallible'?), κάρτος ἀ. A. R. 2, 77 (`invincible'?).
Other forms: For the varying length of the vowels see LFgrE.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: One compares ἄτη q.v. and ἀάω `damage'. Note ἀ-, not ἀν-.
See also: Cf. ἀάβακτοι ἀβλαβεῖς H.?
Page in Frisk: 1,2

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αάατος — ἀάατος, ον (Α) συνήθως ερμηνεύεται: 1. απαράβλαπτος, απαραβίαστος 2. άψογος, καθαρός, αποφασιστικός 3. αήττητος, ακαταμάχητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ., πιθ. συνδέεται με το ἀάω και το ἄτη, πρβλ. ἀάβακτοι τού Ησύχ. (= αβλαβείς), ή με το *ἄω (=… …   Dictionary of Greek

  • ἀάατος — not to be injured masc/fem nom sg ἀάᾱτος , ἀάατος not to be injured masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀάατον — ἀάατος not to be injured masc/fem acc sg ἀάατος not to be injured neut nom/voc/acc sg ἀάᾱτον , ἀάατος not to be injured masc/fem acc sg ἀάᾱτον , ἀάατος not to be injured neut nom/voc/acc sg ἀ̱άατον , ἀάω hurt imperf ind act 2nd dual (epic doric …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.